Παρασκευή, 06 Νοεμβρίου 2009

Οι φωτογραφίες από τις Σέρρες

Κοιτώ τις φωτογραφίες από το τελευταίο μου ταξιδάκι στα βόρεια μέρη μας για να θυμηθώ τις στιγμές εκείνες που ήθελα να μεταφέρω εδώ. Πάει καιρός που σταμάτησα να έχω τις φωτογραφίες μου σε άλμπουμ και σε χαρτί. Είναι όλες σε αυτόν εδώ τον υπολογιστή, μένω πάντα με το άγχος μην πάθει τίποτα ξαφνικά και όλα εξαφανιστούν. Δεν φοβάμαι για τις φωτογραφίες, για τις αναμνήσεις είναι που ανησυχώ.
Πίσω στις Σέρρες λοιπόν, δρόμοι που περπατατώ πρώτη φορά και βάζω σημάδια για να θυμηθώ από που πέρασα, μην και χαθώ γιατί το συνηθίζω να χάνομαι και να νιώθω ότι είμαι σε λαβύρινθο. Μαγαζιά, πινακίδες, σταυροδρόμια, ονόματα δρόμων, σημεία που καταγράφηκαν τόσο δυνατά και με τέτοια αγωνία που θα μείνουν για χρόνια εκεί.
Το κέντρο ένας μεγάλος πεζόδρομος και γύρω γύρω πολύβουες καφετέριες, κάναμε προσπάθεια να βρούμε ένα ήσυχο μέρος να πιούμε έναν ελληνικό και να διαβάσουμε τα βιβλία μας. Μια μικρή καφετέρια που λέγεται Ραδιόφωνο, θυμάμαι ακόμη το σερβιτόρο της που μας έκανε παρέα διαβάζοντας κι αυτός καθισμένος στο δίπλα τραπέζι. Και μετά από τον καφέ πάλι βόλτα, να δούμε ό,τι μας ξέφυγε, να δούμε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή.
Και να πάλι στο πεζόδρομο με τη τόση φασαρία, μόνο που τώρα η ώρα πέρασε, άνοιξαν και τα μαγαζιά και η φασαρία έγινε πιο έντονη.
Ανάμεσα στους ήχους των μεγάλων ασφυκτικά γεμάτων καφετεριών βλέπω ένα βιβλιοπωλείο. 'Ενα βιβλιοπωλείο με άρωμα διαφορετικό και είναι αυτό που θα κρατήσω στη μνήμη μου ως λάφυρο από την πόλη αυτή. Έξω μια ξύλινη ταμπέλα που γράφει με κεφαλαία γράμματα Σχολαρχείον, στο τζάμι της βιτρίνας διάφορα χαρτιά κολλημένα, παρατηρώ εκείνο που έγραφε μεγάλη συλλογή βιβλίων και βιβλία σε προσφορά στον πρώτο όροφο, κάτι τέτοιο έγραφε. Μπαίνουμε μέσα, ένας μικρός χώρος το ισόγειο γεμάτος τσάντες, μολύβια και τετράδια, τα σχολικά που δε μ' αρέσει να βλέπω σε ένα βιβλιοπωλεία. Ψάχνω τη σκάλα να ανέβω στη μεγάλη συλλογή βιβλίων, ξύλινη σκάλα που τρύζει. Ο ημιώροφος γεμάτος με ράφια και βιβλία αλλά ήταν μόνο σχολικά βοηθήματα και η σκάλα συνεχιζει. Ο πρώτος όροφος ένας όμορφος όροφος μόνο με ράφια, ξύλινα, γεμάτος όσο μπορεί να γεμίσει με βιβλία, ένα τραπεζάκι με ένα μπρίκι και τα υπόλοιπα για να φτιάξεις καφέ, δύο τρεις καρέκλες και έτοιμος ο παράδεισος! Από ποιο ράφι να ξεκινήσω να κοιτώ για να βρω το βιβλίο που θα κουβαλήσω από την πόλη αυτή; Ξεκινάω από τις προσφορές που ούτως ή άλλως θα τις τιμήσω, πολλοί τίτλοι πέντε ευρώ ο ένας, ε μόνο έναν να πάρεις δε γίνεται. Ψάχνω από εδώ ψάχνω από εκεί αλλά δε βρίσκω αυτό το ξεχωριστό που ψάχνω. Επιτέλους ακούγονται βήματα στη σκάλα και ανεβαίνει ο ιδιοκτήτης να μας εξυπηρετήσει και να φτιάξει και έναν καφέ, όλοι οι όροφοι δικοί του αλλά όταν είναι πάνω κάτω δεν είναι κανείς. Γύρω στα είκοσι βιβλία μου βγάζει και άντε τώρα εγώ να διαλέξω, το κλασικό το πρόβλημα δηλ. Θα είναι για άλλη μια φορά ποίηση. Οι τοπικές εκδόσεις έχουν κυρίως αυτό εξάλλου.
Και νάτο τώρα το βιβλιαράκι μου εδώ μαζί μου καθώς το ξεφυλλίζω ξανά για να βρω μερικούς στίχους να σας χαρίσω. Σκόρπια ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή που συγκέντρωσε η οικογένεια του και εξέδωσε δύο χρόνια μετά το θάνατό του δίνοντας τον τίτλο Οι φωτογραφίες και στο τέλος το τελευταίο ποίημα που έγραψε λίγους μήνες πριν το θάνατο του.

Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου,
δεν μπορώ
να θυμηθώ ποιός είναι, ούτο το όνομά του
ούτε και τον τόπο που βγήκε η φωτογραφία.
Επάνω της καμία γραπτή ένδειξη δεν υπάρχει
μόνο από τα ρούχα κάπως το χρόνο υποθέτω.
Απορώ λοιπόν γιατί τόσα χρόνια διστάζω να τη σχίσω
κι έτσι από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο
να ελευθερωθώ και
να τον ελευθερώσω.
***
Ωστόσο η φθορά παγιδεύει τη φωτογραφία.
Ο τάφος του είν' αυτή ή
μήπως ο δικός μου στίχος;
***
Το ξέρω πως δεν είσαι κλεισμένη
εδώ μέσα στο χαρτί.
Μα εγώ μόνο σ'αυτό πια σε βρίσκω.
***
Τραγούδησα γι' αυτούς που έπεσαν
για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Τραγούδησα γι' αυτούς που τυραννίστηκαν
για την ελπίδα του ανθρώπου.
Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα
να πάρω ένα δρόμο απάτητο
να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι
να πάψουν να με κυνηγούν σκιές
να βρω καινούρια γέφυρα
στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι
και το πετάει μαδημένο
στις άδειες στέρνες των αιώνων.

Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009

Το ύφος της σιωπής

Είναι από εκείνες τις Κυριακές που έχεις πολλά να κάνεις, πολλά εναλλακτικά πράγματα που όλα θα τα ήθελες πραγματικά. Έχεις να επιλέξεις ανάμεσά τους και διστάζεις, δεν σηκώνεσαι καν, ταλαντεύεσαι μεταξύ του ενός και του άλλου, καθυστερείς να πάρεις εμπρός, πηγαινοέρχεσαι φαινομενικά άσκοπα. Έχει και ολοκληρωτική συννεφιά, έχει και κρύο που δεν υποδέχεται το σώμα σου πρόθυμα. Μια αχτίδα ήλιου τρυπώνει ανάμεσα στην γκριζάδα και το χλωμό της φως αναδεικνύει την σκοτεινιά περισσότερο. Δεν διαρκεί και πολύ.
Σε αυτήν την ατμόσφαιρα και το κλίμα του χειμώνα, σχεδόν μόνο του αυτοπροτείνεται το βιβλίο του Hugo von Hofmannstahl, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος, ο γερμανικό τίτλος σκέτα Μια επιστολή, (εισαγωγές Claudio Magris, Enrique Vila-Matas, μετάφραση-επίμετρο Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009, 76 σ.). Στο εξώφυλλο ακίνητος μας θωρεί ο Βιεννέζος Hofmannstahl (1874-1929), διεισδυτικά βαθύ το βλέμμα του και ο λογισμός του.
Μορφή του κειμένου η επιστολική, με αποστολέα και δέκτη κατασκευασμένους. Ο χρόνος προσδιορίζεται στις 22 Αυγούστου 1603. Δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, κυλάει σαν εξωτερικευμένη μύχια σκέψη. Μορφή δοκιμασμένη και δημοφιλής, που με το ένα πόδι πατάει στην φαντασία και τον μύθο και με το άλλο στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία, κάνοντάς την αληθινή, εξομολόγηση μέσα σε πέπλα τυλιγμένη. Διδακτική, συμβουλευτική; καθόλου.
Αποτραβηγμένος, αποθαρρυμένος, φοβισμένος ότι η ρητορική των λέξεων, μία προς μία και όχι συναρμοσμένες, δεν επιτρέπουν την κατανόηση της ουσίας των πραγμάτων. Τα ενθουσιώδη νιάτα που εμπιστεύονται την γνώση, την υπέρβαση που φτιάχνει ποίηση και αλήθεια, τα έχει εγκαταλείψει. Η πίστη στην ενότητα και σύμπνοια των κόσμων δεν υφίσταται πια. Έχει χάσει «την ικανότητα να σκέφτομαι… Κάτι βαθιά μέσα μου με εμπόδιζε να διατυπώσω κρίσεις… όχι εξαιτίας επιφυλάξεων… αλλά επειδή οι αφηρημένες λέξεις… διαλύονταν στο στόμα μου…» (σ. 32-33). Αμφιβολία, όλα γίνονται ψεύτικα, διάτρητα, οι συνήθειες δεν βοηθούν, έρχεται ένας αποκλεισμός, η αίσθηση μοναξιάς. Τα πιο ασήμαντα και τετριμμένα έχουν οντότητα και ιδιαίτερη σημασία και εφόσον όλα μα όλα (σκέψεις περασμένες και τωρινές, ξεχασμένες και ονειρικές και τα αντικείμενα) έχουν οντότητα, βαραίνουν, μπερδεύουν. Μαγεία είναι να «σκεφτόμαστε με την καρδιά» που όταν τελειώσει η επήρειά της δεν περιγράφεται με λέξεις της λογικής, με ακρίβεια. Αισθάνεται πως ζει μια ζωή κενή και καταφέρνει να επιβιώσει χάρη στην αυστηρή και πειθαρχημένη εκπαίδευσή του. Όλα φαίνονται γελοία και ασήμαντα, έτσι δεν θα γράψει τίποτα πια, κανένα βιβλίο, θα κλειστεί στην σιωπή του.
Ο Claudio Magris παρουσιάζει τον Hofmannstahl ως συγγραφέα γεννημένο με «κλίση για ρήξη και διάλυση που προσπάθησε ακούραστα να μετατρέψει τη νεωτερικότητα σε παράδοση… το άγνωστο στο καθησυχαστικό αυλάκι μιας οικείας κληρονομιάς» (σ. 10). Το εγώ καταπίνεται στην δίνη των πραγμάτων, η γλώσσα δεν είναι σε θέση να αποτυπώσει και να υποτάξει, η υποκειμενική ευαισθησία δεν είναι το ζητούμενο της λογοτεχνίας. Η σύγκρουση που ζει ο Hofmannstahl δεν τακτοποιείται για αυτό και επιλέγει να καταφύγει στην σιωπή.
Το ίδιο βλέπει και ο Enrique Vila-Matas την αδυναμία και μη πίστη του Hofmannstahl στις λέξεις, την χρεοκοπία των συμβόλων που δεν συμβολίζουν πια τίποτα, την γλώσσα των βουβών πραγμάτων, το ύφος της τέχνης της σιωπής που κεντρίζει.
Το επίμετρο της Έφης Γιαννακοπούλου εξηγεί άλλα ζητήματα, μιλάει για το ύφος και τον χρόνο γραφής και για την διαδρομή της μετάφρασης, προσθήκη σε πρώτο πρόσωπο για την ελληνική απόδοση.
Η έκδοση περιλαμβάνει βοηθητικά εργαλεία κατανόησης του κειμένου, εκτός από τις δυο σύγχρονες εισαγωγές και το επίμετρο, έχει και ένα ανθολόγιο κριτικών που δείχνουν την υποδοχή του έως το 1950 και την εργοβιογραφία του. Μια έκδοση θα μπορούσε να πει κανείς κριτική, κέρδος για όσους δεν διαβάζουν απευθείας από γερμανόφωνα κείμενα. Όπως άλλωστε είναι όλα τα γερμανόφωνα στην σειρά Ξένη Λογοτεχνία αυτών των πάντα φροντισμένων εκδόσεων.

Μπαλώματα αχνού ουρανού και φωτεινών αχτίδων που και που.
Σημάδια-λέξεις του καιρού, με κουφαίνουν.

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Πίσω στα παιδικά βιβλιοβιβλία

Περνάω από το βιβλιοχαρτοπωλείο της γειτονιάς, δεν κοντοστέκομαι καν, δεν θέλω να μπω σε κανέναν πειρασμό, έχω πολλά διαβάσματα, στοίβες σε διάφορα σημεία και άλλες τόσες δουλειές διαβαστογραφερές. Προσπαθώ, πάντως προσπάθησα μα η άκρη του ματιού μου πιάνει ένα μεγάλο, φωτεινό, χαρούμενο, παιδικό βέβαια, βιβλίο με ένα ζούδι να διαβάζει ευχάριστα απορροφημένο στην μπανιέρα του και ολόγυρα ράφια με βιβλία και χάμω άλλα σε ντάνες και ένα πλατιά ανοιγμένο. Εεε πάει πολύ, αυτόματη στροφή, κάρφωμα, είσοδος, απτική επαφή, άνοιγμα, εικονογράφηση που κόβει την ανάσα και οι δυο πρώτες αράδες: «Ο Ατσίδας είναι πάντα μ’ένα βιβλίο στο χέρι./Όπου σταθεί και όπου βρεθεί διαβάζει.»
Είναι δυνατόν να μην το πάρω εδώ και τώρα, άμεσα, χωρίς άλλη σκέψη, αναβολή, χρονοτριβή. Όχι, δεν είναι! Παίρνω επ’ ευκαιρία και τρία άλλα.
Με την σακούλα και την λεία και μικρές ενοχές αλλά και ανυπόμονη χαρά βιάζομαι να επιστρέψω, να πιάσω, να φυλλομετρήσω χαλαρά, να πάρω τις πρώτες εντυπώσεις, να σχεδιάσω τον χρόνο που θα τους βυθιστώ.
Η ταυτότητα του βιβλίου: τίτλος Ο Ατσίδας και ο κλέφτης, συγγραφέας ο Ζαν-Μπατπίστ Μπαρονιάν, εικονογράφος ο Λ. Λοράνς, μεταφραστής ο Βαγγέλης Τασιόπουλος, εκδόσεις οι Σύγχρονοι Ορίζοντες. Πρωταγωνιστής ο Ατσίδας, η κυρία Αίγα, υπεύθυνη της δημόσιας βιβλιοθήκης, η παρέα από τα διαβαστερά ζώα και ο Μαυροκόρακας. Η υπόθεση απλή: ένα βιβλίο λείπει από ψηλό ράφι, επικρατεί αναστάτωση από την απώλεια, βασικός ύποπτος εξαιτίας του ύψους της η καμηλοπάρδαλη, όμως τα ίχνη οδηγούν κάτω από την σκεπή και τον βυθισμένο στην ανάγνωση Μαυροκόρακα «Μου γυάλισε το εξώφυλλο» λέει σαν γνήσιος μαυροκόρακας «κι ήθελα να το διαβάσω. Δεν είμαι κλέφτης. Θα το βάλω πάλι στη θέση του.», διαβεβαιώνει ο ένοχος. Κατάληξη και ποινή του η ανάγνωση να διαβάσει δυνατά σε όλους την ιστορία του βιβλίου. Βιβλιομανία από μικρή ηλικία, φροντίδα για τα βιβλία και η ανάγνωση μια δραστηριότητα ανοικτή, που μοιράζεται.

Μυστήριο για βιβλία που εξαφανίζονταν από την βιβλιοθήκη λύνει και ο Ζαχαρίας σε μια από τις περιπέτειές του, Το μυστήριο της Βιβλιοθήκης, συγγραφέας-εικονογράφος ο Δημήτρης Κερασίδης, εκδόσεις Μαλλιάρης παιδεία. Βιβλιοβιβλίο που περίμενε στο ράφι την κατάλληλη στιγμή να ωριμάσει, να έρθει να ταιριάξει και έχει να κάνει με χαμένα βιβλία. Σε αυτήν την περίπτωση ο ποντικοΖαχαρίας θα πρέπει να κερδίσει σε ένα διαγωνισμό γνώσεων την πάνσοφη ομάδα των αρουραίων προκειμένου να απαλλάξει τους εγκυκλοπαιδικά ηττημένους ποντικούς από το να τους πληρώνουν τυρί. Ο ποντικός μπάρμπα-Λάμπρος μαθαίνει τρώγοντας σελίδες μα αρρωσταίνει, ο Ζαχαρίας μαθαίνει διαβάζοντας τρεις μήνες και τελικά κερδίζει στον διαγωνισμό. Τα βιβλία δεν εξαφανίζονται πια και ας αναρωτιούνται πώς έγινε αυτό ο βιβλιοθηκάριος κύριος Ραφοθέτης και ο αστυνόμος Ψάχνος.

Δυο παιδικά αστυνομικά με φόντο δράσης βιβλιοθήκες, οι χώροι με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους, τις γωνιές, την επιβεβλημένη ησυχία, την υποβλητική ατμόσφαιρα και αντικείμενα αναζήτησης πολύτιμα βιβλία που κλείνουν γνώσεις προσφέρεται. Ήρωες από τον κόσμο των ζώων. Τρία βασικά χαρακτηριστικά: παιδικά, μυστήριο και βιβλιοθήκες με βιβλία που εξαφανίζονται.
Καλή εβδομάδα που μόλις εμφανίστηκε!.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Κομμάτια ιστορίας

Για την ιστορία του βιβλίου και της τυπογραφίας έχουμε ακούσει, για την ιστορία του ελληνικού βιβλίου επίσης, ακόμη και για την ιστορία της ανάγνωσης. Για τη σύγχρονη εκδοτική ιστορία της Ελλάδας όμως τίποτε. Η ιστορία δηλαδή των εκδοτικών οίκων, των επιχειρήσεων εκείνων που σχεδιάζουν ένα εκδοτικό πρόγραμμα, οργανώνουν εκδοτικές σειρές επιλέγοντας τίτλους και συγγραφείς και ξεκινούν εν ολίγοις να παράγουν, να διακινούν και να προωθούν το ελληνικό βιβλίο κάτω από συνθήκες δύσκολες. Εξαιτίας αυτών των δύσκολων συνθηκών όλες οι προσπάθειες που γίνονταν, γίνονταν με μεράκι, όρεξη και από λίγους τολμηρούς που είχαν το θάρρος να ξεκινήσουν να καλύψουν ένα κενό. Η ιστορία αυτή ξεκινά πολύ αργότερα σε σχέση με άλλες χώρες αλλά σε αυτήν την αρχή οφείλουμε την ανάπτυξη της εκδοτικής παραγωγής που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Όταν μιλούν οι άνθρωποι της εποχής εκείνης εμείς μόνο να σωπαίνουμε μπορούμε για να μαθαίνουμε ποια ήταν η αρχή όλων. Και σε αυτό το βιβλίο πράγματι μιλούν.
Πρόκειται για ένα ανθολόγιο κειμένων που συγκεντρώθηκαν μέσα από το χρόνο από εφημερίδες και περιοδικά (όπως το περιοδικό Φωνή του βιβλίου που ξεκίνησε το 1931 και ήταν το πρώτο περιοδικό που αφορούσε αποκλειστικά στο βιβλίο) με απώτερο σκοπό να μας δώσουν ένα κομμάτι ιστορίας για τον ελληνικό εκδοτικό χώρο. Ο ιστορικός Βάσιας Τσοκόπουλος και οι Αγγελική Πασσιά και Γιάννης Χρυσοβέργης συγκέντρωσαν για λογαριασμό του ΕΚΕΒΙ τα κείμενα αυτά που γράφτηκαν κυρίως τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Βιβλιακές συζητήσεις, προβληματισμοί και ανησυχίες ανθρώπων που ενδιαφέρονταν για το βιβλίο, όπως οι Δροσίνης, Νιρβάνας, Ξενόπουλος, Ουράνης, Παράσχος και οι εκδόσεις Φέξη, Κολλάρου, Ελευθερουδάκη, Σιδέρη.

Το ανθολόγιο ξεκινά με ένα απόσπασμα του Δροσίνη που γράφτηκε το 1885 στο οποίο αναφέρει τη λαχτάρα του για να εντοπίσει εκδότη που θα εκδώσει τα ποιήματά του. Ακολουθούν κείμενα που προτείνουν λύσεις στο πρόβλημα των λίγων αναγνωστών όπως το να εκδίδονται βιβλία τσέπης που προτείνει ο Παύλος Νιρβάνας, την ίδρυση δημόσιων βιβλιοθηκών, τη δημιουργία καλλιτεχνικών εκδόσεων όπως αναφέρει ο Μάρκος Τσιριμώκος, την έκδοση ποιοτικότερων ελληνικών βιβλίων, η «Εβδομάς του Ελληνικού Βιβλίου» τη δημιουργία δηλ. εκθέσεων βιβλίου όπου οι αναγνώστες θα μπορούν να παίρνουν σε καλύτερη τιμή βιβλία που προτείνει ο εκδότης Σαλίβερος. Κείμενο του Νάσου Δετζώρτζη που αναφέρει την επιτυχία που είχε η πρώτη «Εβδομάς του Ελληνικού Βιβλίου» που πραγματοποιήθηκε στις 16-27 Απριλίου 1932 με πρωτοβουλία της Ελένης Ψημένου. Κείμενα που γράφτηκαν κατά την οικονομική κρίση για την κρίση του βιβλίου από ανθρώπους όπως τον Παν. Καλλογερόπουλο διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Βουλής και τον ακαδημαϊκό Γρ. Καμπούρογλου. Κείμενα που αποτυπώνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ εφημερίδων και βιβλίων.
Κείμενα, κείμενα, κείμενα κομμάτια μιας ιστορίας που λίγοι γνωρίζουμε και πόσα ακόμη κείμενα μένουν τυπωμένα και χαμένα σε παλιές κιτρινισμένες σελίδες περιμένοντας να ενωθούν για να αποφέρουν γνώση…

Πώς να ξεκινήσουμε να μιλάμε για το σήμερα χωρίς να ξέρουμε το πριν, την αρχή;

Δύσκολο να εντοπιστεί το βιβλίο και ας εκδόθηκε σχετικά πρόσφατα. Καλό μεγάλο μας έκανε όποιος σκέφτηκε να το ψηφιοποιήσει και να το ανεβάσει στη σελίδα του ΕΚΕΒΙ γιατί τέτοιες έρευνες που μόνο προβληματισμό και γνώση μπορούν να φέρουν, πρέπει να υπάρχουν για να τις ξέρουν όλοι.


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Πού πάει ο αγράμματος συγγραφέας....

Όλη την εβδομάδα που πέρασε αμφιταλαντεύομαι πάλι τι να γράψω, για ετούτο το θέμα ή για εκείνο το βιβλίο. Δεν μπορώ να καταλήξω σε έναν ειρμό, πάω και έρχομαι σε διχοστασία. Τίποτα δεν ωριμάζει εντελώς, όλα κρέμονται μισογινομένα, να αργοπορούν. Πέφτω και κοιμάμαι τα βράδια, σηκώνομαι το πρωί και η αυτόματη διεργασία δεν προκρίνει κανένα θέμα. Και όμως επιθυμώ να τα εκφράσω όλα, στην σειρά τους δεν μπορώ να τα βάλω. Στο ράφι με τα βιβλιοβιβλία, λοιπόν, αποφασίζω να καταπιαστώ με τον αγράμματο συγγραφέα που πάει διακοπές (Γιώργος Σωτηρέλλος, Ο αγράμματος συγγραφέας πάει διακοπές, Scooter Books, Αθήνα 2008, 125 σ.), βιβλίο που κοπίασα να το βρω, δεν το είχε ο ένας, δεν το είχε ο άλλος, θα ρωτούσαν, να ξαναπεράσω, γιατί πολύ μου άρεσε και καλή συντροφιά μου κράτησε. Βέβαια ο αγράμματος συγγραφέας δεν είναι ο καμηλιέρης που ονειρευότανε να πάει στην πόλη, να γράψει. Ίσως να ήταν και αυτός μα όχι μόνον αυτός. Υπάρχουν και άλλοι...


65 μικρά κείμενα, ριχτές ματιές σε σκέψεις, αυθόρμητες αντιδράσεις, απορίες, επιστολές προς κάποιον που δεν γνωρίζουμε ή φανταζόμαστε αλλά θα θέλαμε να του πούμε κάτι, ή που τον ξέρουμε αλλά βγαίνει πιο εύκολα έτσι, βλέμματα που περιφέρονται και κοντοστέκονται, προτάσεις-σχεδόν τσιτάτα που κολλάνε και λέγονται σε όλες ακόμα και άσχετες περιστάσεις, που τελικά παίρνουν ιδιαίτερη σημασία, περίπατοι που καταργούν τον χρόνο και φτιάχνουν μια ενιαία εντύπωση, ωδίες και παρωδίες, ειρωνείες και ειρωνικότητες. Από όλα κρατώ τα βιβλιοκειμενόπουλα που είναι και αρκετά.

" Προσχέδιο συγγραφής μυθιστορήματος" το πρώτο πρώτο. Αρχίζω το διάβασμα, τέλειο, θα πάρω και άλλο. Πρόσωπα ένας βιβλιοθηκάριος και ένας φαροφύλακας. Ο βιβλιοθηκάριος στην οργανωμένη βιβλιοθήκη του χωριού, καρφωμένος στην απόλυτη ερημιά, στο πουθενά, χωρίς αναγνώστες, χρήστες τους λέμε τώρα, γράφει ένα εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα που δεν τελειώνει αν και έχει φτάσει αισίως στην σελίδα είκοσι πέντε χιλιάδες. Είναι ογδόντα ετών και το μυθιστόρημά του λειτουργεί κάπως σαν το υφαντό της Πηνελόπης. Εκείνη όταν το τελειώσει θα πρεέπι να διαλέξει ποιον μνηστήρα να παντρευτεί (για αυτό και τις νύχτες το ξηλώνει κρυφά), ο βιβλιοθηκάριος "διαισθανόταν ότι στο τέλος της συγγραφής τον περίμενε ο θάνατος" και έτσι δεν το τελειώνει, είναι ο λόγος του να ζει μιας και είναι λησμονημένος από τους ανθρώπους.
¨Έκανα λάθος για την Ιαπωνία" επιστολή προς τον Βικέντιο που έγραψε νέο βιβλίο, κρίσεις, σχόλια για τα είδη γραφής και την μίξη τους, την παρατήρηση των ανθρώπων από μακριά (κουτσομπολιό το λένε μερικοί αλλά δεν είναι), τα σενάρια που φτιάχνονται και αναιρούνται και ξαναφτιάχνονται για τις ζωές και τις σχέσεις και ένα σενάριο για την τεράστια επιτυχία του βιβίου στην Ιαπωνία, χώρα των χαϊκού (μου θύμισε το γαλλικό βιβλίο Είμαι ένα Ιάπωνας συγγραφέας γραμμένο από Τζαμαϊκανό, παλιότερη ανάρτηση εδώ).
"Το ποίημα" με τις απείθαρχες λέξεις που δραπετεύουν προς πάσα κατεύθυνση, λύση προσφέρει ένα αγαπημένο χαϊκού. "Το βιβλίο της Ιστορίας" με αφορμή το γνωστό σχολικό εγχειρίδιο με σχόλιο ετεροχρονισμένο. Το "Επίμετρο" έρχεται σε συνέχεια του "Στο τρόλέϊ" για να αναρωτηθεί πάνω στο θέμα της διαχρονικότητας της λογοτεχνίας. 'Το γράμμα" μιλάει για έναν συγγραφέα που ενώ έχει αποσυρθεί ώστε να γράψει το βαθύ του μυθιστόρημα ήθελε με αγωνία να λάβει μια επιστολή που θα του αποδείκνυε ότι κάποιος τον θυμήθηκε. "Τα βιβλιοδέντρα" που καλλιεργούν ανεξαιρέτως όλοι από μόδα με τόση μανία που η υπερπαραγωγή οδηγεί τους βιβλιοκαρπούς σε σάπισμα και δυσοσμία. "Η Εστία", η εφημερίδα που διατηρεί το παρελθόν ζωντανό με την αμετακίνητη μορφή και την παρουσίαση των ειδήσεων για αυτούς που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν, τους δίνει σιγουριά, μια προστασία στο άγνωστο και την μοναξιά.

Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει μια βιβλιογραφία δυόμιση σελίδων. Δεν συνηθίζεται τα λογοτεχνικά κείμενα να συνοδεύονται από βιβλιογραφία, σε αντίθεση με τα επιστημονικά που καλούνται να τεκμηριώσουν τα γραφόμενά τους, να παρέχουν ακριβείς αποδείξεις, πού εντοπίστηκε η συγκεκριμένη πληροφορία, ποιος είπε τι και πότε, πώς το στήριξε. Τα λογοτεχνικά είναι δεοντολογικά ελεύθερα να κυκλοφορούν χωρίς τεκμηριώσεις και σημειώσεις, κανείς δεν περιμένει να αποκαλύπτουν τις πηγές έμπνευσής τους. Ίσα ίσα χαίρονται οι κριτικοί και ερμηνευτές να παίζουν το παιχνίδι της αναζήτησης και της ανάλυσης. Οι συγγραφείς στις βιογραφίες τους λένε όπως εκείνο επιλέγουν τα συστατικά τους, τις εμπειρίες και τα διαβάσματά τους. Ο αγράμματος, αντίθετα, έχει κλείσει με βιβλιογραφία των τριών τελευταίων δεκαετιών, ελληνική, μεταφράσεις προς τα ελληνικά, αγγλικά κυρίως και δύο γαλλικά βιβλία και τελευταίο ένα ιταλικό όπως μου κάνει. Δίνει αδίστακτα και απροκάλυπτα τα κείμενα με τα οποία έχει συνομιλήσει, που τον κέντρισαν και του έβγαλαν μια σκέψη, μιαν αντίδραση, φορές μιαν απορία. Αποκαλύπτεται με απλότητα, παίρνει το μυστήριο μακριά και δείχνεται πολυποίκιλος αναγνώστης με δίχτυα που αλιεύουν σε κλασικά και όχι τόσο νερά.
Εντυπωσιάζομαι και που το κάνει και που θυμάται, σημειώνει τις διαδρομές του μπρος πίσω.

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Dalibros

Αν το καλοσκεφτείς όλα και όλοι τελικά μπορούν να συνδεθούν με τον κόσμο του βιβλίου.

Μια αόρατη γραμμή που μαγικά ενώνει.

Για να φτιαχτεί ένα παζλ όλα τα κομμάτια χρειάζονται, αν λείπει έστω και ένα το αποτέλεσμα σίγουρα θα απέχει από την τελειότητα.

Λόγος για την έκθεση με τίτλο «Ο Νταλί και τα βιβλία» που παρουσιάζεται στη Θεσσαλονίκη στα 44α Δημήτρια, στην μεγάλη αυτή πολιτιστική γιορτή.

Μια έκθεση, χωρισμένη σε τρία μέρη, για τον αγαπημένο Dali ως αναγνώστη, ως συγγραφέα, ως εικονογράφο. Όχι οι πίνακες του, αλλά τα βιβλία από την προσωπική του βιβλιοθήκη καθώς και η φωτογραφίες του μαζί τους, οι ζωγραφιές στα λευκά περιθώρια των σελίδων, γραμμές μέσα από τις λέξεις, μαγεία.

Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες απεικονίζουν τον Dali και την αγαπημένη του Gala να ποζάρουν διαβάζοντας, αγαπημένη συνήθεια που είχε από την εφηβική του ηλικία. Η συνήθεια αυτή καλλιεργήθηκε τόσο από τα βιβλία που έπαιρνε από τον θείο του Ανσέλμ Ντομένεκ, ένας πολύ σημαντικός βιβλιοπώλης της Βαρκελώνης, όσο και από την προσωπική βιβλιοθήκη του πατέρα του. Αργότερα ως φοιτητής στην Καλών Τεχνών στη Μαδρίτη σύχναζε στη βιβλιοθήκη της Φοιτητικής Εστίας, όπου έμενε μαζί με τους συγγραφείς Ραφαέλ Αλμπέρτι και Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα.

Ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ως άναρχος και ανοργάνωτος αναγνώστης. Δεν ακολουθούσε καμία σειρά όταν ερχόταν η στιγμή να επιλέξει τι θα διαβάσει. Τα 4.337 βιβλία της προσωπικής του βιβλιοθήκης φυλάσσονται στο Κέντρο Μελετών για τον Νταλί στη Φιγκέρες. Τα 228 από αυτά περιέχουν σκίτσα και σημειώσεις του. Η προσωπική του βιβλιοθήκη είχε την τύχη να γλιτώσει από τυχόν διασπάσεις, επιζεί ως σύνολο, σαν ένα κομμάτι του καλλιτέχνη και δικαίως θεωρείται πηγή πληροφοριών για τη ζωή και το έργο του.

Ιδιαίτερα αξιόλογο είναι και το συγγραφικό του έργο που λίγοι γνωρίζουν. Ο ίδιος προβληματιζόταν για το αν θα έπρεπε να αφιερωθεί στη συγγραφή ή στη ζωγραφική. Δυστυχώς η συγγραφή του αντιμετωπίζεται σήμερα ως υποδιαίστερη της ζωγραφικής του. Κι όμως τα άρθρα του, οι διακηρύξεις του, τα βιβλία του, αυτοβιογραφικά, λογοτεχνικά, ποίηση και θεατρικά έχουν κάτι ιδιαίτερο όπως και οι πίνακές του. Είναι οι κανόνες (γραμματικοί, συντακτικοί, ορθογραφικοί) που γι’ αυτόν δεν έχουν κανένα νόημα και καμία ουσία.

Η ιδιαίτερη σχέση του με τα βιβλία και την ανάγνωση διαφαίνεται και στις εικονογραφήσεις του. Πληθώρα βιβλίων και περιοδικών έχουν την υπογραφή του ως εικονογράφου. Κλασικά βιβλία (όπως η εξαιρετική εικονογράφηση του Δον Κιχώτη του Θερβάντες που βρίσκεται και στην ελληνική έκδοση), βιβλία υψηλών πωλήσεων, βιβλία μικρών εκδοτικών οίκων και βιβλία δικά του συνοδεύονται από τα σχέδια του.

Η έκθεση θα έρθει και στην Αθήνα αλλά σίγουρα δεν θα φιλοξενηθεί σε ομορφότερο χώρο από το κτίριο Casa Bianca το γεμάτο ιστορία. Δεν μπορούσα να μην την επισκεφτώ κι ας έπρεπε να ταξιδέψω δύο φορές μέχρι τη Casa Bianca για να πετύχω την έκθεση ανοιχτή. Αναμφισβήτητα μόνο κερδισμένη βγήκα.

Ήταν λες κι αυτή η έκθεση δημιουργήθηκε για να μπει σε αυτό το blog.

Ιδιαίτερα σημαντικός και ο κατάλογος την έκθεσης, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για όλα αυτά, για να μη χαθούν οι πληροφορίες και αυτό το σπάνιο φωτογραφικό υλικό που δε συναντάς συχνά.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Βιβλιοθηκοχρώμα


Και επειδή η προηγούμενη ανάρτηση δεν είχε καμιά εικόνα και καθόλου χρώμα, ήρθε η σειρά για ζωντανές φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες είναι από ένα πανεπιστημιακό πολυκέντρο που αποτελείται από βιβλιοθήκη, κέντρο πληροφορικής και βάσεων και άλλα. Βρίσκεται περίπου μια ώρα έξω από το Βερολίνο και το μέρος λέγεται Cottbus, ένα τυπικό γερμανικό χωριό που έχει και πανεπιστήμιο. Δεν θα πω πολλά λόγια για να μιλήσουν οι παραστάσεις.
Συναντά κανείς το κτήριο στα δεξιά του πάνω σε ένα μικρό πράσινο ύψωμα. Ξεχωρίζει από μακριά και δίνει το στίγμα του στον περιβάλλοντα χώρο. Το χρώμα του σε τόνους του γκρι που πιάνει και το ασημί και μια αίσθηση του διάφανου. Δένει με φόντο τον ουρανό. Το σχήμα του δίνει την εντύπωση του ρευστού, του κυματιστού και η είσοδος κρυμμένη. Το ύψος του μεγάλο, επιβλητικό, δεσπόζει. Σου μπαίνει η ιδέα ότι ίσως να υπάρχει ένα γραπτό κείμενο πάνω στους τζαμένιους τοίχος που είναι δυνατόν να διαβαστεί, να γράφει κάτι μεγάλο. Μα όχι, θυμίζουν γράμματα στην ευρεία τους έννοια, δεν είναι συγκεκριμένα ενός αλφαβήτου γράμματα.
Μπαίνεις μέσα και σε πιάνει το χρώμα από τα μούτρα. Πολλά, παντού, κυρίως φούξια και λαχανί, κίτρινο, ηπιότερο πράσινο. Οι φόρμες που κυριαρχούν με στρογγυλάδα, κυκλικές, περιστρέφονται ολόγυρα. Το φυσικό φως να εισβάλει από όλες τις μεριές, το όποιο, το όσο. Οκτώ όροφοι και η κεντρική σκάλα, χιτσκοκική σπείρα που στροβιλίζεται στριφογυριστά.

Η πρόσβαση στα ράφια και τα βιβλία ανοιχτή. Σήμανση να καθοδηγεί, να απαντάει στις ερωτήσεις πού, ποια, τι, πριν καν τεθούν. Εξοπλισμός ο καλύτερος, ο τελειότερος, ο πιο φρέσκος και σύγχρονος, σε υπολογιστές, σε σαρωτές, σε αναγνωστικά μηχανήματα μικροταινιών, σε υποδομή να φέρεις τα δικά σου μέσα. Τα καθίσματα, ποικίλες εκδοχές, δίνουν άνετο σχήμα στο σώμα ανάλογα με την ανάγνωση, της συγκέντρωσης και μάθησης, της γραφής, της χαλαρής σχόλης.
Ο αριθμός των τεκμηρίων που δανείζονται φτάνει τα 60, η διάρκεια δανεισμού τέσσερις εβδομάδες με λιγοστές εξαιρέσεις. Τεκμήρια είναι, φυσικά τα βιβλία, αλλά περιλαμβάνονται περιοδικά (ακόμα και τα εβδομαδιαία ευρείας κυκλοφορίας), CD-ROM με μουσική και ταινίες κινηματογραφικές, ή άλλα θέματα, ακουστικά βιβλία (έχουν μεγάλη τράβηξη και κυκλοφορία και είναι πολύ δημοφιλή).
Μια πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη και κέντρο πληροφόρησης που συνομιλεί και με την τοπική κοινωνία. Ανακοινώσεις για όλα και για εκδηλώσεις καλύπτουν τουλάχιστον τρεις επιφάνειες αφιερωμένες στην ενημέρωση. Προθήκες που ακολουθούν θεματικά εκθέσεις που φιλοξενούνται σε άλλα σημεία της πόλης, και λειτουργούν διασυνδεμένες συμπληρωματικά. Ένα κέντρο που δεν κοιμάται, δεν μένει στατικό στην αποστολή του, προσαρμόζεται και συμβαδίζει με τα αιτήματα όπως διαμορφώνοναι, έχει βέβαια και τους κανόνες του.
Τα είδα με τα μάτια μου, τα βλέπετε και εσείς…

Σάββατο, 03 Οκτωβρίου 2009

Διαβάζοντας τις σιωπές

Από το γράψιμο πίσω πάλι στην ανάγνωση. Σε αναλογία με εκείνους που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς το γράψιμο υπάρχουν και εκείνοι που δεν το μπορούν χωρίς την ανάγνωση. Υπάρχουν και εκείνοι που δεν μπορούν ούτε χωρίς να διαβάζουν ούτε χωρίς να γράφουν και να ζουν σε όλους τους χρόνους –πραγματικούς κυριολεκτικούς, και νοερούς μυθοποιητικούς– και σε ένταση. Είδη αναγνώσεων πολλά, πάμπολλα και όσοι νομίζουν ότι η ανάγνωση είναι παθητική ενέργεια κάνουν λάθος, μέγα. Είναι μια συνέργια, μια συνύπαρξη, ένα ερέθισμα πολύτροπο.
Για όσους πάλι ασχολούνται με την έρευνα, με την ιστορία και τα περασμένα χρόνια, το διάβασμα των πηγών είναι συγχρόνως η δουλειά τους. Διαβάζουν συστηματικά, συνέχεια, ψάχνουν, βάζουν ερωτήματα (πώς, πότε, ποιος, τι και το κορυφαίο γιατί) κάνουν σκέψεις, θεμελιώνουν ερμηνευτικές θεωρίες πάνω σε αυτά που διαβάζουν. Ως πηγή νοείται κάθε είδους γραπτό κείμενο (σε πέτρα, μάρμαρο, κεραμίδι, χαρτί, ηλεκτρονικό χαρτί, όπου τέλος πάντων και κάθε περιεχομένου) μα συμπεριλαμβάνονται και άλλου τύπου τεκμήρια, αντικείμενα, τέχνης και καθημερινότητας. Κάνουν συνδυασμούς, συμπληρώνουν ψηφιδωτές πληροφορίες από εδώ και από εκεί. Σήμερα, όλα τα γραπτά μπορούν να αποτελούν δεξαμενές ιχνηλασίας. Η ανάγνωση-μελέτη προσφέρει ξεχωριστές ικανοποιήσεις παρ’ όλες τις δυσκολίες της και εντέλει, καταλήγει σε μια συγγραφή. Κάνει έναν κύκλο δηλαδή.
Κείμενα γραμμένα στον καιρό τους για να υπηρετήσουν έναν συγκεκριμένο σκοπό, τώρα διαρρέουν και άλλες πληροφορίες με τις χρήσεις των λέξεων, τους αριθμούς, τις εικόνες τους, τα σχέδια και όσα δεν λένε (έννοιες και πράγματα) άθελά τους γιατί δεν υπήρχαν καν ή δεν είχαν σημασία τότε ή εξεπιτούτου για λόγους πολιτικής, στρατηγικής, απαγόρευσης, φόβου, ισορροπιών (όπως μου λένε τελευταία, τάχα πειστική δικαιολογία).
Ένα λογοτεχνικό κείμενο γραμμένο για να τέρψει τις αισθήσεις αφήνει στο διάβα του παραστάσεις και αφηγήσεις, αυτονόητες στην εποχή του, γεμάτο κενά κατανόησης για τις επερχόμενες μεταγενέστερες. Συμβαίνει και στους οικονομικούς απολογισμούς και σε ένα σωρό κείμενα επίσης. Στα μεσοδιάστιχα κρύβονται οι σκιές των λέξεων που μόλις διασχίσαμε και αφήνουν επιπρόσθετα νοούμενα. Απόηχοι, αυτό που ονομάστηκε context και ελληνικά αποδόθηκε με τον όρο το παρακείμενο, εκείνο που αποδεσμεύει παρακειμενικά διαφυγόντα. Που επιτρέπει νοήσεις αλλά και παρανοήσεις, εκδοχές ανάλογα με τις συλλογικές και ατομικές μας παραστάσεις. Τα κείμενα μιλάνε το ίδιο με και για βεβαιότητες και αβεβαιότητες. Έχουν υφές και χροιές, τόνους και αποχρώσεις. Οι αλληγορίες τους εφαρμοσμένες σε πραγματικότητες οδηγούν σε αντανακλάσεις, αντιδιαστολές, κρυμμένα και κρυφά, ομολογημένα και μη. Τα κείμενα έτσι με αυτόν τον τρόπο φέρουν στα μέσα τους και άλλα, πολλαπλασιάζουν την αξία τους και το ενδιαφέρον τους. Ο πλούτος τους προκαλεί μια και δυο και περισσότερες φορές. Πόσες κινηματογραφικές ταινίες δεν το δείχνουν με τους χάρτες θησαυρού, με μελάνια που φανερώνονται υπό ειδικές συνθήκες!
Έτσι και οι άνθρωποι αναμεταξύ τους, μιλάνε με λόγια και συζητήσεις, μιλάνε και με τις σιωπές τους, μέσα από αυτά που επιλέγουν να μην πουν και αυτά που αφήνουν να σέρνονται με μισόλογα, αναλογίες, αδιόρατες εκφράσεις του προσώπου, σωματικές κινήσεις, άηχους κώδικες άλλοτε έχοντας συναίσθηση και συνείδηση άλλοτε όχι, αλλά πάντα συμβαίνει. Οι συνομιλητές πρέπει να είναι σε συνεχή εγρήγορση.
Πριν κλείσω, ξαναδιαβάζω, προσπαθώ να μπω στις σιωπές μου και να χωθώ στις αράδες μου, μα τα έκανα τόσο πυκνόσφιχτα που δυσκολεύομαι, ίσως και να μην θέλω. Μην μπείτε τώρα στον κόπο. Κλείνω και την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια.
Αύριο όλοι μας θα διαβάσουμε τις σιωπές των εκλογών, μέσα από τα ψηφοδέλτια…

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Γράφοντας

Είναι μέρες, στην σειρά πολλές φορές, που δεν θέλεις να είσαι μέσα στο κάδρο που ποζάρεις, να έχει πάρει το μυαλό σου στροφές χτυπημένες. Τότε, σαν κόλπο άμυνας, αναπροσανοτολίζεσαι, πας αλλού, σε άλλες περιοχές, σε άλλη παραλία για μπάνιο.
Η διδασκαλία γλώσσας, της μητρικής ή ξένης, έχει τεμαχίσει τα πεδία της εκμάθησης σε τέσσερεις τομείς: κατανόηση, ομιλία, ανάγνωση και γραφή. Η σειρά αυτή ακολουθεί (σχεδόν) και την σειρά δυσκολίας. Είναι δυνατόν να καταλαβαίνει κανείς χωρίς να μιλάει, να διαβάζει και να γράφει. Μπορεί να καταλαβαίνει και να αποκρίνεται, χωρίς να διαβάζει και να γράφει και πάει λέγοντας. Το γράψιμο είναι το πιο υψηλό στάδιο κατάκτησης της γλώσσας και γραψίματα υπάρχουν λογιών λογιών, που ικανοποιούν ποικίλες ανάγκες. Η λογοτεχνία, μορφή τέχνης, όπως και κάθε μορφή τέχνης, έχει και δεν έχει κανόνες, είναι γενική και προσωπική. Πολλοί συγγραφείς είναι πρόθυμοι να μοιραστούν, τα βήματα, τις σκέψεις και τα αισθήματα του συγγραφικού τους μίτου, έτσι υπάρχει μακρύς κατάλογος βιβλίων αναμνήσεων εξομολογητικών, σε πολλές μορφές. Νομίζω ότι το εσωτερικό κοίταγμα λειτουργεί και για τους ίδιους κάπως λυτρωτικά και την ίδια στιγμή το είδος έχει μεγάλη αναγνωστική επιτυχία. Όλοι επιθυμούν να κατασκοπεύουν ανθρώπινα ενδότερα (αυτό κάνουν και τα reality shows), να βρουν συνταγές, απαντήσεις.
Ανάμεσα στην πληθώρα αυτού του τύπου βιβλίων συγκαταλέγεται και της Μαργκερίτ Ντυράς με ελληνικό τίτλο Γράφοντας (μετάφραση Χρύσα Τσαμαδού, Αθήνα, εκδόσεις Εξάντας, 1996, 143 σ.).
Το λεξικό του Petit Larousse, παλιά έκδοση είναι αλήθεια του 1981, μπορεί να έχει αλλάξει τώρα, να θυμηθώ να το κοιτάξω, περιγράφει την Duras (1914-1996) ως «γυναίκα των γραμμάτων και κινηματογραφίστρια». Της αρνείται την καθαρή ιδιότητα του συγγραφέα αν και παρακάτω αναφέρει τους τίτλους των μυθιστορημάτων της. Kλωτσάει κάπως αυτό. Γαλλίδα, λέει, διεκδικώντας την πνευματική της παρουσία, την γαλλοφωνία και γαλλογραφία της, γεννημένη στο Βιέτ-Ναμ όμως, που το έργο της όλο, και θεατρικά και κινηματογράφος καταγγέλλουν τους κοινωνικούς και πολιτισμικούς αποκλεισμούς και διαχωρισμούς να μην αναφέρεται ως συγγραφέας. Ελαφρά ξένη, διαχωρισμένη και αυτή. Τα λεξικά και οι εγκυκλοπαίδειες λένε πολλά για την εποχή τους και για τις νοοτροπίες, ανάμεσα από τις αράδες τους, τις αποσιωπήσεις, την επιλογή λέξεων, τις τυποποιημένες, με κριτήρια αντικειμενικότητας.
Η γραφή αναπόσπαστο μέρος του συγγραφέα, δεν μπορεί να νιώσει τον εαυτό του δίχως. Δηλωμένο πλήρως, κάθετα και οριζόντια. Απόσπασμα επιλεγμένο και για το οπισθόφυλλο «Η γραφή ήταν το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη ζωή μου και τη γοήτευε. Το έκανα. Η γραφή δεν μ’ εγκατέλειψε ποτέ.» (και σ. 15). Και την ίδια στιγμή αυτό το απαραίτητο στοιχείο ζωής να είναι ένα ερωτηματικό «Μπορώ να λέω ό,τι θέλω, ποτέ δεν θα βρω γιατί γράφει κανείς και πώς γίνεται να μην γράφει.» (σ. 18).
Το περιβάλλον της γραφής, τα σπίτια, τα τραπέζια, η θέα από τα παράθυρα, τα κρεβάτια, η κατασκευασμένη μοναξιά («Τη μοναξιά δεν τη βρίσκει κανείς, τη φτιάχνει. Η μοναξιά διαμορφώνεται μόνη της.» σ. 17) και η αληθινή αρχική και μόνιμη μοναξιά. Η μοναξιά στην παρουσία άλλων ανθρώπων ένα άλλο δύσκολο «Όταν υπήρχε κόσμος ήμουν λιγότερο μόνη και ταυτόχρονα πιο εγκαταλειμμένη.» (σ. 28). Και εκεί στην χώρα του μόνου, διαυγής προκειμένου να ολοκληρωθεί το γράψιμο.
Η αμεσότητα του συγγραφέα με το χαρτί, χωρίς ενδιάμεσο άνθρωπο ή μέσο για την Duras απαραίτητη προϋπόθεση. Δεμένη εκεί, τα πράγματα να έχουν και να αποκτούν νόημα μόνο σε σχέση με το γράψιμο, έξω από αυτό να μην υπάρχουν, ακόμα και η εκείνη. Να πιέζει αναπόδραστα και αφόρητα. Να μην μπορείς να μιλήσεις σε κανέναν πριν γράψεις για αυτό με τον φόβο μην χαθεί στον δρόμο, μην σβήσει από ξένη εισβολή. Διαδικασία συνεχούς κυοφορίας που δεν ξέρεις ποια πιθανότητα θα κερδίσει άλλες εκδοχές του ίδιου του.
Αυστηρή με τα βιβλία του καιρού της. Τους προσάπτει ανελευθερία, αυτολογοκρισία, κατασκευή απ’ άκρη σ’ άκρη, καλή διατύπωση δηλαδή σαφή και ανώδυνη «… βιβλία χαριτωμένα, χωρίς προέκταση, χωρίς σκοτάδι. Χωρίς σιωπή. Με άλλα λόγια, χωρίς πραγματικό συγγραφέα. Βιβλία της μιας μέρας, για να περνάει η ώρα, για το ταξίδι. Όχι όμως τα βιβλία που ριζώνουν στη σκέψη και μαρτυράνε το μαύρο πένθος κάθε ζωής, την κοινοτυπία κάθε σκέψης.» (σ. 36-37).
Αναφέρεται στα βιβλία της πέρα δώθε, τι ήθελε για την γραφή, τον χρόνο, σε κάποιο σημείο αφήνεται εντελώς και γράφει σύντομες παραγράφους, εικόνες σαν πίνακες ζωγραφικής, ακόμα και διαλόγους, ανακατεμένα, χύμα, σαν να είναι σημειώσεις σκέψεων.
Δύσκολο παίδεμα.

Ήταν τώρα άλλη παραλία τούτη; Χάλια πήγε το κόλπο…

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Περί βιβλιοφιλίας...

Μπρος πίσω στο χρόνο γιατί τώρα που χειμωνιάζει, μέσα και έξω, ήρθε η ώρα να θυμηθώ τις μέρες που έκανε καλοκαίρι και ήμουν σε παραλίες με νέα χρώματα.
Παντού νέα χρώματα ακόμη και στα βιβλιοπωλεία.
Πολλά και όμορφα τα χωριά, το ίδιο και οι παραλίες, το ίδιο και τα αξιοθέατα όλα, το ίδιο και τα βιβλιοπωλεία. Και τι τύχη σε ένα νησί με 55.000 μόνιμους κάτοικους να έχει τόσους πολλούς και διαφορετικούς χώρους.
Παντού γύρω βιβλία, μεγάλα κτίρια παλιά με το δεύτερο όροφο γεμάτο ράφια, τραπέζια και καρέκλες για ανάγνωση, πέτρινες και ξύλινες βιτρίνες με κρεμασμένα βιβλία, χώροι που διακινούν ξένο και ελληνικό τύπο με σκονισμένες βιτρίνες με βιβλία ειδικά και σπάνια.
Και κυρίως τοπικές εκδόσεις.
Μπέρδεμα, να μην ξέρεις τι να επιλέξεις, μπέρδεμα, ποιο θα είναι το λάφυρο που θα χώσεις στα ήδη φουσκωμένα σακίδια, να ταξιδέψεις μαζί του και να κλειδώσεις μέσα αναμνήσεις.
Στα ειδικά σημεία των βιβλιοπωλείων με τις τοπικές εκδόσεις έναν έναν τους τίτλους ξεφύλλιζα με το βλέμμα, με μανία έψαχνα ό,τι θα κέρδιζε.
Και κέρδιζαν πολλά και έπρεπε να επιλέξω.
Στο βιβλιοπωλείο Πάπυρος επιτέλους κατέληξα. Μέσα σε όλους τους άγνωστους τίτλους και εκδοτικούς οίκους εντόπισα κάτι γνώριμο ένα βιβλίο της Εστίας με τίτλο "Δώδεκα βιβλία δεμένα". Με απορία το απεγκλώβισα για να μάθω ότι ο συγγραφέας ο βιβλιοδέτης Ανδρέας Γανιάρης ήταν Χιότης. Με απορία κοιτά και ο βιβλιοπώλης και μου πιάνει την κουβέντα. Ήταν βιβλιοδέτης, γνώρισε τον Γανιάρη ως καθηγητή.
Μα βέβαια, ένα βιβλίο για την τέχνη της βιβλιοδεσίας. Δώδεκα κεφάλαια, δώδεκα διαφορετικά βιβλία που βιβλιοδέτησε ο Γανιάρης και κάθε βιβλίο μια ολόκληρη ιστορία ανάμνηση του. Ξεκίνησα να διαβάζω μία μία τις ιστορίες για να μάθω τελικά τι εστί βιβλιοφιλία.
Μου είχαν πει, θυμάμαι, να λέω πως η βιβλιοφιλία δεν έχει καμία σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου και την ανάγνωση, έχει σχέση μόνο με την αισθητική του αντιτύπου, με την έκδοση και αφού μας ενδιαφέρει το βιβλίο μόνο εξωτερικά, λοιπόν, σίγουρα ο όρος αναφέρεται και στην βιβλιοδεσία.
Κάθε κεφάλαιο και η ιστορία ενός βιβλίου που έδεσε ο Γανιάρης. Πώς έφτασε στα χέρια του, ποιος ήταν ο κάτοχος, ποιες οι σκέψεις του όταν έμενε μόνος με ένα ξένο βιβλίο που έπρεπε εξωτερικά να ξαναδημιουργήσει.
Η αρχή όλων ήταν το περιεχόμενο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να φτιάξει το βιβλίο απ' έξω χωρίς να το ξέρει από μέσα; Από εκεί ξεκινούσε εκείνος και ο καθένας πιστεύω από εκεί θα ξεκινούσε.
Διαβάζω έναν πρόλογο του Κώστα Τριανταφυλλίδη σε μια έκθεση του Γανιάρη, μεταξύ των άλλων αναφέρει:
"Η κάθε περίπτωση είναι για τον Γανιάρη και μια αγωνία. Το παίρνει μ' επιφύλαξη, το κοιτά μπρος και πίσω, το ανοίγει, το ξεφυλλίζει, τα μάτια του χάνονται στο κείμενο, στην εικονογράφηση και όλον τον καιρό τα δάκτυλά του ψαύουν, λες και θέλει με την αφή να συλλάβει κάποιο μήνυμα. Ώρες μπορεί να κρατήσει αυτό, το βιβλίο μπορεί να ξαναγυρίσει στο ράφι του εργαστηρίου του και να μείνει μέρες εκεί, ώσπου να έρθει το μήνυμα και να τον πιάσει ο οίστρος.".

Μα βέβαια, αυτό είναι βιβλιοφιλία, ακόμη και όταν πιστεύεις ότι το περιεχόμενο είναι ένα κομμάτι ξεχωριστό, σίγουρα λανθάνεις. Το ένα συμπληρώνει το άλλο, αρμονικά πορεύονται στο χρόνο, περιεχόμενο και εμφάνιση, έκδοση και κείμενο ένα σύνολο, εξαρτημένο το ένα με το άλλο...

Για τα άλλα μου λάφυρα θα σας πω κάποια άλλη φορά.