Πίσω στις Σέρρες λοιπόν, δρόμοι που περπατατώ πρώτη φορά και βάζω σημάδια για να θυμηθώ από που πέρασα, μην και χαθώ γιατί το συνηθίζω να χάνομαι και να νιώθω ότι είμαι σε λαβύρινθο. Μαγαζιά, πινακίδες, σταυροδρόμια, ονόματα δρόμων, σημεία που καταγράφηκαν τόσο δυνατά και με τέτοια αγωνία που θα μείνουν για χρόνια εκεί.
Το κέντρο ένας μεγάλος πεζόδρομος και γύρω γύρω πολύβουες καφετέριες, κάναμε προσπάθεια να βρούμε ένα ήσυχο μέρος να πιούμε έναν ελληνικό και να διαβάσουμε τα βιβλία μας. Μια μικρή καφετέρια που λέγεται Ραδιόφωνο, θυμάμαι ακόμη το σερβιτόρο της που μας έκανε παρέα διαβάζοντας κι αυτός καθισμένος στο δίπλα τραπέζι. Και μετά από τον καφέ πάλι βόλτα, να δούμε ό,τι μας ξέφυγε, να δούμε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή.
Και να πάλι στο πεζόδρομο με τη τόση φασαρία, μόνο που τώρα η ώρα πέρασε, άνοιξαν και τα μαγαζιά και η φασαρία έγινε πιο έντονη.
Ανάμεσα στους ήχους των μεγάλων ασφυκτικά γεμάτων καφετεριών βλέπω ένα βιβλιοπωλείο. 'Ενα βιβλιοπωλείο με άρωμα διαφορετικό και είναι αυτό που θα κρατήσω στη μνήμη μου ως λάφυρο από την πόλη αυτή. Έξω μια ξύλινη ταμπέλα που γράφει με κεφαλαία γράμματα Σχολαρχείον, στο τζάμι της βιτρίνας διάφορα χαρτιά κολλημένα, παρατηρώ εκείνο που έγραφε μεγάλη συλλογή βιβλίων και βιβλία σε προσφορά στον πρώτο όροφο, κάτι τέτοιο έγραφε. Μπαίνουμε μέσα, ένας μικρός χώρος το ισόγειο γεμάτος τσάντες, μολύβια και τετράδια, τα σχολικά που δε μ' αρέσει να βλέπω σε ένα βιβλιοπωλεία. Ψάχνω τη σκάλα να ανέβω στη μεγάλη συλλογή βιβλίων, ξύλινη σκάλα που τρύζει. Ο ημιώροφος γεμάτος με ράφια και βιβλία αλλά ήταν μόνο σχολικά βοηθήματα και η σκάλα συνεχιζει. Ο πρώτος όροφος ένας όμορφος όροφος μόνο με ράφια, ξύλινα, γεμάτος όσο μπορεί να γεμίσει με βιβλία, ένα τραπεζάκι με ένα μπρίκι και τα υπόλοιπα για να φτιάξεις καφέ, δύο τρεις καρέκλες και έτοιμος ο παράδεισος!
Και νάτο τώρα το βιβλιαράκι μου εδώ μαζί μου καθώς το ξεφυλλίζω ξανά για να βρω μερικούς στίχους να σας χαρίσω. Σκόρπια ποιήματα του Γιώργου Καφταντζή που συγκέντρωσε η οικογένεια του και εξέδωσε δύο χρόνια μετά το θάνατό του δίνοντας τον τίτλο Οι φωτογραφίες και στο τέλος το τελευταίο ποίημα που έγραψε λίγους μήνες πριν το θάνατο του.
δεν μπορώ
να θυμηθώ ποιός είναι, ούτο το όνομά του
ούτε και τον τόπο που βγήκε η φωτογραφία.
Επάνω της καμία γραπτή ένδειξη δεν υπάρχει
μόνο από τα ρούχα κάπως το χρόνο υποθέτω.
Απορώ λοιπόν γιατί τόσα χρόνια διστάζω να τη σχίσω
κι έτσι από τον άγνωστο αυτόν άνθρωπο
να ελευθερωθώ και
να τον ελευθερώσω.
***
Ωστόσο η φθορά παγιδεύει τη φωτογραφία.
Ο τάφος του είν' αυτή ή
μήπως ο δικός μου στίχος;
***
Το ξέρω πως δεν είσαι κλεισμένη
εδώ μέσα στο χαρτί.
Μα εγώ μόνο σ'αυτό πια σε βρίσκω.
***
Τραγούδησα γι' αυτούς που έπεσαν
για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Τραγούδησα γι' αυτούς που τυραννίστηκαν
για την ελπίδα του ανθρώπου.
Ας μου δοθεί σαν τελευταία χάρη τώρα
να πάρω ένα δρόμο απάτητο
να συναντήσω χωρίς φόβο το σκοτάδι
να πάψουν να με κυνηγούν σκιές
να βρω καινούρια γέφυρα
στη νύχτα που στύβει το φεγγάρι
και το πετάει μαδημένο
στις άδειες στέρνες των αιώνων.













